Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού θεωρείται το κύριο αίτιο γαστρίτιδας και πεπτικού έλκους. Το μικρόβιο έχει επίσης χαρακτηριστεί ανθρώπινο καρκινογόνο κι έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη γαστρικού αδενοκαρκινώματος κι ενός ειδικού τύπου λεμφώματος του στομάχου, του MALT λεμφώματος.

Το παθογόνο αποικίζει τον στόμαχο του μισού περίπου παγκόσμιου πληθυσμού και προκαλεί χρόνια φλεγμονώδη αντίδραση του γαστρικού βλεννογόνου. Πιθανολογείται μετάδοση σε παιδική ηλικία, κυρίως ενδοοικογενειακά μέσω της κοπρανοστοματικής οδού σε αναπτυσσόμενες χώρες. Παρ’ όλα αυτά , στην πλειονότητα των περιπτώσεων (~80%) η λοίμωξη παραμένει ασυμπτωματική. Η νοσολογία που συνοδεύει τη λοίμωξη εξαρτάται από παράγοντες του μικροβίου, του ξενιστή αλλά και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως το κάπνισμα και η διατροφή.

Το παθογόνο εντοπίζεται στην γαστρική βλέννη και προστατεύεται από το όξινο περιεχόμενο του στομάχου μέσω της ικανότητάς του να παράγει ουρεάση, ένζυμο που καταλύει την ουρία, με αποτέλεσμα την παραγωγή αμμωνίας που δημιουργεί ένα προστατευτικό ¨αλκαλικό νέφος¨ γύρω από το μικρόβιο. Επιπλέον το μικρόβιο διαθέτει μαστίγια τα οποία του επιτρέπουν να διεισδύει στο στρώμα της γαστρικής βλέννης και να αλληλεπιδρά με τα επιθηλιακά κύτταρα του στομάχου.

Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι το κυριότερο και συχνότερο αίτιο λοιμώδους γαστρίτιδας. Οι ασθενείς αναπτύσσουν αρχικά οξεία γαστρίτιδα, η οποία δεν προκαλεί σοβαρή συμπτωματολογία και σπάνια διαγιγνώσκεται. Η πλειονότητα των ασθενών μεταπίπτει σε χρόνια γαστρίτιδα, όπου η ανεύρεση λεμφοζιδίων αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό. Η χρόνια γαστρίτιδα από ελικοβακτηρίδιο, ανάλογα με την έκταση προσβολής του γαστρικού βλεννογόνου, διακρίνεται σε πανγαστρίτιδα, γαστρίτιδα άντρου και γαστρίτιδα σώματος. Η διάχυτη γαστρίτιδα άντρου οδηγεί σε φυσιολογική ή αυξημένη έκκριση γαστρικού οξέος, σχετίζεται με ήπια ή καθόλου γαστρική ατροφία και οδηγεί σε δωδεκαδακτυλικό έλκος. Η πανγαστρίτιδα και η γαστρίτιδα σώματος χαρακτηρίζονται από ατροφία, υπό- ή αχλωρυδρία και αντιδραστική υπεργαστριναιμία, και σχετίζονται με την ανάπτυξη γαστρικού έλκους και γαστρικό καρκίνο. Ασθενείς με μέτρια προς σοβαρή ατροφία και σε μεγάλη έκταση, θεωρούνται αυξημένου κινδύνου για την ανάπτυξη γαστρικού καρκίνου. Καθώς εξελίσσεται η γαστρική ατροφία αναπτύσσεται εντερική μεταπλασία.

Περιβαλλοντικοί και γενετικοί παράγοντες επιδρούν στην εξέλιξη της εντερικής μεταπλασίας  και δυσπλασίας σε γαστρικό καρκίνο.

Έλεγχος για ελικοβακτηριδιακή λοίμωξη πρέπει να διενεργείται

  • Στα πλαίσια διερεύνησης δυσπεψίας
  • Σε ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ
  • Σε διαγνωσμένο πεπτικό έλκος
  • Σε MALT λέμφωμα στομάχου
  • Σε πρώιμο γαστρικό καρκίνο
  • Σε συγγενείς α’ βαθμού ασθενών με γαστρικό καρκίνο

Εξωγαστρικές εκδηλώσεις ελικοβακτηριδιακής λοίμωξης

  • Σιδηροπενική αναιμία
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

Διαγνωστικές δοκιμασίες

  • Μη ενδοσκοπικές
    • Αντισώματα του παθογόνου στον ορό (χαμηλή ευαισθησία)
    • Ανίχνευση του αντιγόνου στα κόπρανα (επηρεάζεται από την χρήση PPIs και αντιβιοτικών)
    • Δοκιμασία ουρίας (urea breath test) (επηρεάζεται από την χρήση PPIs και αντιβιοτικών)
  • Ενδοσκοπικές
    • Ιστολογική τεκμηρίωση (επηρεάζεται από την χρήση PPIs και αντιβιοτικών)
    • Δοκιμασία ουρεάσης(επηρεάζεται από την χρήση PPIs και αντιβιοτικών)
    • Καλλιέργεια (δύσκολο πρωτόκολλο)
    • PCR

Θεραπεία εκρίζωσης

Η 1ης  γραμμής θεραπεία εκρίζωσης στην Ελλάδα περιλαμβάνει την χορήγηση PPIs και τριών αντιβιοτικών (μετρονιδαζόλη, αμοξυκιλλίνη και κλαριθρομυκίνη) για 10 έως 14 ημέρες. Επί αποτυχίας της 1ης γραμμής χορηγείται θεραπεία 2ης γραμμής η οποία περιλαμβάνει PPIs και δυο αντιβιοτικών (αμοξυκιλλίνη και λεβοφλοξασίνη) για 10 έως 14 ημέρες.